Το 1821 συναντά το 2021/ Μιλώντας με τους Ήρωες του 1821

Online Κατηχητικό 27/3/2021

Μιλώντας με τους Ήρωες του 1821 / Ένας παιδί του 2021 μιλάει με τον Αθανάσιο Διάκο

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΘΕΩΔΟΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ 

 Γεννήθηκε το 1770 στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας από τη Ζαμπία Κωτσάκη και τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη.
Ο πατέρας του σκοτώθηκε κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1770 μαζί με δύο αδέλφια του από τους Τούρκους.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έγινε κλέφτης και στα 15 του καπετάνιος. Πολέμησε στο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1805 και για αυτή του τη δράση κυνηγήθηκε από τους Τούρκους.

Το 1810 εντάχθηκε στον αγγλικό στρατό και για την ανδρεία του στις μάχες εναντίον των Γάλλων πήρε το βαθμό του ταγματάρχη.
Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία.
Στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσε την σημαία της επανάστασης στην Καλαμάτα.
 Έλεγε σε αυτούς που τον ρωτούσαν για την έκβαση του αγώνα ” είδα ένα όνειρο ότι ο Θεός υπέγραφε ένα συμβόλαιο …την ελευθερία της Ελλάδος και ο Θεός την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω

Το 1810 εντάχθηκε στον αγγλικό στρατό και για την ανδρεία του στις μάχες εναντίον των Γάλλων πήρε το βαθμό του ταγματάρχη.
Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία.
Στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσε την σημαία της επανάστασης στην Καλαμάτα.
 Έλεγε σε αυτούς που τον ρωτούσαν για την έκβαση του αγώνα ” είδα ένα όνειρο ότι ο Θεός υπέγραφε ένα συμβόλαιο …την ελευθερία της Ελλάδος και ο Θεός την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω.

Πήρε μέρος σε όλες σχεδόν τις μεγάλες μάχες της επανάστασης με αποκορύφωμα την άλωση της Τριπολιτσάς αλλά και την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια σώζοντας την επανάσταση.
Ονομάστηκε αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.

Κατά την διάρκεια του πρώτου εμφυλίου προσπάθησε να συνετίσει τις δύο πλευρές,δεν τα κατάφερε ,και τάχθηκε με το μέρος των οπλαρχηγών.
Αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθεί ο γιος του Πάνος και ο ίδιος να φυλακιστεί μαζί με άλλους οπλαρχηγούς στο Ναύπλιο.
 Μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, τις διαδοχικές ήττες των Ελλήνων και την λαϊκή απαίτηση, η κυβέρνηση τον ελευθερώνει.

Αργότερα στα απομνημονεύματά του έγραψε ότι δεν φοβήθηκε ποτέ κατά την διάρκεια της επανάστασης,παρά μόνο εκείνη τη φορά που είδε Έλληνες να προσκυνούν. Υποστήριξε τον Καποδίστρια αλλά και αργότερα την ενθρόνιση του Όθωνα.
Το 1833 μετά τις διαφωνίες του για ασυδοσία της αντιβασιλείας συνελήφθη και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία.

Καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά υπό την πίεση της λαϊκής κατακραυγής, η ποινή μετατράπηκε σε 20ετή φυλάκιση.


Το 1835 μετά την ενηλικίωση του Όθωνα έλαβε χάρη και πήρε το βαθμό του στρατηγού. Σε όλη του τη ζωή δεν έπαψε να αγωνίζεται για το καλό της πατρίδας. Παιδιά του ήταν ο Γιάννης που έγινε πρωθυπουργός, ο Κωνσταντίνος ,ο Πάνος και η Ελένη.
Πέθανε το 1843 στην Αθήνα από εγκεφαλικό.

Το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το θαυμάζω γιατί ήταν αυτός που ξεσήκωσε όλο τον λαό και τους εμψύχωσε προκειμένου να αγωνιστούν συλλογικά, με κοινές αξίες και οράματα για την πατρίδα, την ελευθερία, το έθνος.

Πόσο θα ήθελα να μας συμβούλευε για έτσι ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό τον αόρατο εχθρό….

Μας παρουσιάζει την Επανάσταση του 1821/ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ /   Πολιορκίες και έξοδος

Όσον αφορά τις μέρες μας, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πως τα νέα αυτά δεδομένα του εγκλεισμού μας καθιστούν εν δυναμει «Ελεύθερους πολιορκημένους». Μέσα από αυτή την πρωτογνωρη κατασταση μαθαμε να σεβόμαστε και να εκτιμάμε αυτά που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένα. Συνεπώς, για να σπάσουμε κάποια στιγμή τα δεσμά που μας κρατούν, θα πρέπει να «κυριαρχήσει» η ιστορική και παροιμιώδης φράση του Έλληνα συγγραφέα και οπλαρχηγού της Ελληνικής επανάστασης του 1821, Ιωάννη Μακρυγιάννη: « Είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ».

       Ο Μακρυγιάννης, διατυπώνοντας το προσωπικό τους ρητό, θέλησε να αφυπνίσει τους Έλληνες πολεμιστές, προκειμένου να αγωνιστούν συλλογικά, με κοινές αξίες και οράματα για την πατρίδα, την ελευθερία, το έθνος και τη θρησκεία, δίχως εγωισμούς, φιλοδοξίες και αρχομανία. Έτσι και σήμερα, όλοι πρέπει να ενωθούμε, ώστε να αντιμετωπίζουμε αυτή τη φορά έναν αόρατο «εχθρό», παραμερίζοντας προσωπικά και οικονομικά συμφέροντα, διεκδικώντας την ελευθερία μας.

Η Ιστορία της Ελληνικής Σημαίας

Πιστεύω πρέπει να θυμόμαστε, κάθε φορά, που ατενίζουμε τη γαλανόλευκη: Το εθνικό μας χρέος. Γι’ αυτό και πρέπει παντού και πάντοτε να την τιμούμε, να την προσέχουμε και να τη διατηρούμε ακέραια, καθαρή, κανονική. Όπως της αρμόζει. Για να μην ξεθωριάζει και ξεφτίζει η ιστορική μας μνήμη. Η πίστη μας προς τα ιδανικά του έθνους και της ελευθερίας. Και πιο πολύ τώρα που ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών. Επιδιώκοντας να υλοποιήσει διά πυρός και σιδήρου τις αρρωστημένες αυτοκρατορικές του φαντασιώσεις «περί γαλάζιας πατρίδας και συνόρων της καρδιάς»

Φιλική Εταιρεία

H “Φιλική Εταιρεία“, ιδρύθηκε ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1814, στην Οδησσό της Ρωσίας. Ορκίστηκαν τρεις άντρες. Ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ και ο Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι οποίοι ήταν και οι ιδρυτές της.

Ο σκοπός της ήταν να συντονίσει τις προσπάθειες των υπόδουλων Ελλήνων για την απελευθέρωση τους.

Τα διάφορα κινήματα και εξεγέρσεις, που γίνονταν μέχρι τότε, έσβηναν γιατί δεν ήταν συντονισμένα. Η Φιλική Εταιρεία, έρχεται να κάνει μια γενική διεύθυνση και οργάνωση της προπαρασκευής του αγώνα. Ως οργάνωση, ήταν μυστική, το ίδιο και τα ονόματα των μελών της.

Πίσω δε από την ανωνυμία, άφηναν τη φαντασία του καθενός να πιστεύει, πως τα άγνωστα αυτά ονόματα έκρυβαν μεγάλες πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα. Χρησιμοποιούσαν συνθηματικά στην αλληλογραφία τους, είχαν κρυπτογραφικό λεξικό και απαγόρευαν στα μέλη, να ανήκουν και σε άλλη μυστική εταιρεία. Ήταν υποχρεωμένοι να κρατούν τα μυστικά τους μέχρι θανάτου.

Σήμερα, καθημερινά όλοι μας βιώνουμε πως το αίσθημα της ελευθερίας  περιορίζεται όλο και πιο πολύ. Συγκρίνοντας τους αγώνες που έδωσαν οι πρόγονοι μας , καταλαβαίνουμε πως δεν είμαστε άξιοι να μιλάμε για πατριωτισμό, εφόσον εμείς οι ίδιοι γινόμαστε σκλάβοι σε ανθρώπους που δεν τιμούν την Πίστη και την Πατρίδα μας. Οι αγωνιστές του 1821 αγωνίστηκαν για την πατρίδα  και την πίστη  τους απέναντι στους Οθωμανούς. Μια παρόμοια κατάσταση αντιμετωπίζουμε και εμείς αλλά με μια μεγάλη διαφορά ότι εμάς, μας υποδουλώνουν Έλληνες και δυστυχώς χωρίς να αντιδρούμε. Εμείς δεν έχουμε το θάρρος να ταχθούμε απέναντι σε αυτή την κατάσταση και αυτό είναι πολύ λυπηρό. Δεν ακολουθούμε το παράδειγμα των αληθινών πατριωτών οι οποίοι έχασαν τα πάντα, ώστε να είμαστε εμείς ελεύθεροι.

Επιπλέον, έχουμε απομακρυνθεί από τον δρόμο του Θεού, θεωρώντας πως δεν τον έχουμε ανάγκη και βασιζόμαστε στην δική μας δύναμη. Αυτό είναι το πιο σημαντικό λάθος που έχουμε κάνει ως ελληνορθόδοξο  έθνος και έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο. Ακόμη , με την αφορμή της Φιλικής Εταιρείας , κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του όρκου, παραβρισκόταν και ένας ιερέας. Όλοι οι ήρωες που αγωνίστηκαν για την ελευθερία, με όλες αυτές τις κακουχίες, κατάφεραν να αναδειχθούν νικητές  με την βοήθεια του Θεού και της Παναγίας.

Τέλος, θεωρώ ότι οφείλουμε να ακολουθούμε τα παραδείγματα αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι αντιστάθηκαν και επαναστάτησαν απέναντι στον εχθρό, για την πίστη και την πατρίδα τους .

Το κρυφό σχολείο!!

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία απαγόρευε την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για να εξασφαλίσει την αμάθεια και τη δουλοφροσύνη τους, με αποτέλεσμα να οργανωθούν κρυφά νυχτερινά σχολεία από ιερείς, που μυστικά δίδασκαν γραφή και ανάγνωση. Τα παιδιά  τότε στον πόλεμο πήγαιναν στο κρυφό σχολειό για να μάθουν γράμματα και τραγουδούσαν στο δρόμο το : ” Φεγγαράκι μου λαμπρό ”.

Το σύνθημά τους τότε ήταν :

” ελευθερία  ή θάνατος ” που σημαίνει ή να είναι ελεύθεροι Έλληνες ή να πεθάνουν.

΄Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης πόσο σοφά φερόταν στα Φάρασα! Είχε ετοιμάσει αίθουσα για σχολείο και αντί για θρανία είχε βάλει δέρματα από κατσίκες ή από πρόβατα με το τρίχωμά τους.

Πάνω σ΄ αυτά γονατισμένα τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Με αυτόν τον σοφό τρόπο δεν ερέθιζε τους Τούρκους, ακόμη και όταν τύχαινε να τα δούν, γιατί νόμιζαν ότι προσεύχονταν. Όταν πάλι ο Άγιος Αρσένιος ήθελε να βγάλει εκδρομή τα παιδιά, τα πήγαινε σε ένα δικό του χωράφι που ήταν σαν κήπος, δήθεν για να κάνουν δουλειά, και τα έλεγε:

«Αν τυχόν δείτε Τούρκο, να κάνετε κανένα κουτσοδούλι. Κόψτε κανένα κλαρί, για να νομίζει ότι καθαρίζετε τον κήπο». Και έτσι έκαναν τα καημένα. Γιατί, αν καταλάβαιναν οι Τούρκοι ότι τα πήγε εκδρομή, θα είχε ιστορίες. Κρυφό σχολειό βλέπεις! Όταν έφευγε ο Τούρκος, έπαιζαν πάλι τα παιδιά.

Άγιου Παϊσίου Αγιορείτου

Μοναχοί και Ιερείς, αξιοποιούσαν για τις ανάγκες της διδασκαλίας τους νάρθηκες των εκκλησιών ή χώρους μονών, χρησιμοποιώντας ως διδακτικό υλικό κυρίως λειτουργικά όπως η Οκτώηχος και το Ψαλτήρι. Μάθαιναν να ψέλνουν ύμνους στην Παναγία μας και να την ικετεύουν για την σωτηρία μας.

Συγκρίνοντας λοιπόν, το κρυφό σχολείο του 1821 με την εκπαίδευση στο 2021 δεν υπάρχουν πολλές διαφορές αφού, όλοι οι μαθητές αναγκάζονται να παρακολουθούν μέσω διαδικτύου όλα τα μαθήματα τους προκειμένου να μορφωθούν, όπως τα παιδία εκείνης της εποχής δεν μπορούσαν να πηγαίνουν στο σχολείο. Το μόνο τους καταφύγιο ήταν η Εκκλησία. Δυστυχώς, οι Έλληνες μαθητές δεν μαθαίνουν για την Πίστη και την Πατρίδα τους. Τα παιδία εκείνης της εποχής μάθαιναν να υμνούν και να δοξολογούν την Παναγία και Τον Ιησού Χριστό. Είχαν σαν μάθημα την Βυζαντινή μουσική και τα κορίτσια μάθαιναν να κεντούν. Αυτά όμως τα μαθήματα σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχουν.

Ντύσιμο και οπλισμός την εποχή της Επανάστασης του 1821

Ανδρικό ντύσιμο

Στο κεφάλι Φορούσαν ένα μικρό στρογγυλό και κοφτό κόκκινο φέσι, που γύρω στη βάση του το τύλιγαν με μαντηλοδεσιά. Η μαντυλοδεσιά ήτανε τριών ειδών: μεταξωτό μαντήλι ή κασπαστή, το χρυσοκέντητο πόσι, και η άσπρη βαμβακερή πλουμιστή σερβέτα. Στο σημείο αυτό της φορεσιάς τους βρίσκει κανείς την τούρκικη επίδραση. Σαν παραδείγματα από γνωστούς καπεταναίους και χαλκογραφίες εκείνης της εποχής φανερώνεται ότι κασπαστή είχανε μονάχα οι Αθηναίοι, πόσι ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Μακρυγιάννης και πότε πότε ο Γέρος του Μοριά. Με σερβέτα μας είναι γνωστοί ο Οδυσσέας Αντρούτσος κι ο Πανουργιάς.

Πολλοί δε φορούσαν μαντηλοδεσιά, μα σκέτο μικρό κοφτό φέσι που στην κορυφή του είχε λίγη φούντα. Τέτοιο συνήθιζε πάντα ο Γκούρας και ο Κολοκοτρώνης. Την περικεφαλαία του ο Γέρος την είχε από τότε που ήταν μαγκιόρος – ταγματάρχης – του εγγλέζικου στρατού στα Επτάνησα το 1808 και την έβαζε στις επίσημες στιγμές της ζωής του, όπως και το θώρακά του. Άλλοι φορούσαν μεγάλο τουρλωτό κόκκινο φέσι όπως ο Καραϊσκάκης, οι Πετμεζάδες, κι η φούντα του ήταν μικρή και σ’ αυτό και στέκονταν στην κορφή. Μακριά φούντα όσο σχεδόν ολόκληρο το φέσι φορούσαν αργότερα στα χρόνια του Όθωνα κι ήταν παρμένη απ’ τους Σουλιώτες που τόσο τη συνήθιζαν.

Αυτή έγινε και το επίσημο στοιχείο της φορεσιάς της προεδρικής φρουράς (βασιλικής παλαιότερα). Και γενικότερα η στολή της προεδρικής φρουράς ακολουθεί την στολή των Σουλιωτών σε μεγάλο βαθμό. Επίσης πολλοί φτωχοί αγωνιστές φορούσαν ένα απλό συνήθως μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Γενικά τους προηγούμενους αιώνες στην Ευρώπη αλλά και στην Ανατολή το μέγεθος του καπέλου που φορούσε κανείς ήταν ανάλογο της κοινωνικής του τάξης και της εξουσίας του. Τα καπέλα των αξιωματούχων ήταν συνήθως πολύ μεγάλα, όπως και των αρχιερέων που ήταν πολύ ψηλότερα από τα σημερινά.

Γελέκι

Στο κορμί φορούσαν εσωτερικά το άσπρο πουκάμισο, όχι όμως φαρδομάνικο όπως τα μεταγενέστερα χρόνια. Πάντα ξεκούμπωτο και ανοιχτό μπροστά στο στήθος, χειμώνα καλοκαίρι. Ύστερα βάζανε το γελέκι, κι από πάνω τη φέρμελη με τις δυο αράδες ασημοκεντημένα μεγάλα κουμπιά. Μερικοί και αργότερα όλοι, αντί για φέρμελη βάζανε το μεϊντάνι που η διαφορά τους ήταν στο ότι στη φέρμελη φορούσαν τα μανίκια, ενώ στο μεϊντάνι ήταν ψεύτικα φοδραρισμένα με κόκκινο πανί και βρίσκονταν στις πλάτες πίσω σταυρωτά. Τα μεϊντανογίλεκα όπως λέγανε το γελέκι ή το μεϊντάνι, ήταν πάντα κεντημένα με χάρτσια μεταξένια πολύχρωμα και χρυσά τερτήρια, κορδόνια.

Φουστανέλα

Ζωσμένη στη μέση τους κρεμόταν γύρω τους η φουστανέλα. Στους καπεταναίους και τους γέροντες ήταν μακριά ίσα με το γόνατο και κάτω ακόμα, με πυκνές και πολλές πτυχές, δίπλες ή λαγκιόλια όπως τις λέγανε. Για τα παλληκάρια και τους νεώτερους ήταν κοντή η φουστανέλα ως τους μηρούς και πιο ελαφριά με λιγότερες δίπλες. Στη Ρούμελη συνηθίζονταν πιο πολύ η κοντή με πολλές δίπλες – όπως σήμερα της προεδρικής φρουράς – ενώ στο Μοριά μακρυά κι όχι πολύ πυκνή. Η φουστανέλα ήταν καθιερωμένη σ’ όλη τότε την Ελλάδα. Για αυτό όσους έρχονταν απ’ το εξωτερικό ντυμένοι «ευρωπαϊκά» τους λέγανε πειραχτικά ψαλιδοκέριδες ή σπλινάντερους. Τους νησιώτες και τους ναυτικούς με τις βράκες τους λέγανε ντουντούμιδες ή χαλτούπιδες.

Η φουστανέλα μ’ όλο που ήταν καμωμένη με άσπρο ύφασμα σπάνια κρατούσε για πολύ την όψη της. Τη χρησιμοποιούσαν για πολλές δουλειές. Μ’ αυτή σκούπιζαν το πρόσωπό τους και τα χέρια τους, το σουγιά τους και καμιά φορά τ’ άρματά τους. Πολλά παλληκάρια για να μην πιάνει η φουστανέλα τους εύκολα «λέρα» την άλειφαν με ξύγκι! Πολλοί επίσης από τους αγωνιστές δε γνωρίζανε τι θα πει σώβρακο, το απόφευγαν μια και τους σκέπαζε τόσο καλά η φουστανέλα τους.

Ντουλαμάς

Η φορεσιά κλείνει με τον ντουλαμά. Τον ρίχνανε πάνω τους σαν έπιανε κρύο και ήταν φτιαγμένος από τσόχα που την κεντούσαν με μαύρο μετάξι. Ο ντουλαμάς έφτανε ως τη μέση. Για τη βαρυχειμωνιά όμως είχανε τις φλοκάτες. Ήταν χωρίς μανίκια σαν τις παλιές μπέρτες κι’ έφταναν ως κάτω απ’ το γόνατο. Τις ύφαιναν με «φλόκο» – κρόσια – που τον φορούσαν από μέσα για να ξεσταίνονται πιο πολύ και το συνηθισμένο χρώμα του ήταν το άσπρο. Σαν βρίσκονταν έξω το χειμώνα, χρησιμοποιούσαν τη φλοκάτα για στρωσίδι και για σκέπασμα. Για τον ίδιο σκοπό άλλοι είχανε την κάπα – ίδιο σχέδιο με τη φλοκάτη φτιαγμένη όμως από τραγόμαλλο και βαλμένη στις νεροτριβές για να πήξει και να μην περνάει η βροχή και το κρύο.

Υποδήματα

Τα πόδια τους τα σκέπαζαν ως πάνω στα σκέλια με τις μακριές άσπρες κάλτσες, που τις λέγανε βλαχόκαλτσες. Τις ύφαιναν από τραγόμαλλο και είχανε ειδικότητα στην κατασκευή τους στα Άγραφα. Οι τσόχινες μαύρες κάλτσες, κι’ ύστερα κόκκινες – μοιάζανε με τις γκέτες – σκέπαζαν μονάχα τη γάμπα και το πάνω μέρος του παπουτσιού και φορέθηκαν στα οθωνικά χρόνια. Στο Εικοσιένα αυτές οι κάλτσες ήταν άγνωστες. Η ποδεμή τους ήταν τα τσαρούχια, όχι όμως με φούντα μπροστά αλλά μυτερά. Τα έφτιαχναν με ακατέργαστο βοδινό δέρμα και ήταν πολύ ελαφρά και γερά. Στα πόδια τους τα στήριζαν δένοντάς τα γύρω στη γάμπα τους με φαρδύ λουρί – τις θηλιές – και το λουρί αυτό το έπιαναν απ’ την κάλτσα τους κάτω απ’ το γόνατο με το τσαρουχοτοκά. Υπήρχε και άλλος τρόπος να πιάνουν τα τσαρούχια τους με ένα πισινό λουρί, το τσαγκαρόλουρο. Τα πρώτα τα φορούσαν στη Ρούμελη, ενώ τ’ άλλα στο Μοριά. Οι φτωχότεροι φορούσαν γουρνοτσάρουχα, φτιαγμένα από δέρμα χοίρου.

Σελλάχι

Συμπλήρωμα στην κύρια φορεσιά τους ήταν το σελλάχι. Το έζωναν στη μέση τους, αλλά να πιάνει στα πλάγια στην αριστερή μεριά και μπροστά το μισό αριστερό πλευρό. Ήταν φτιαγμένο το σελλάχι από τσόχα κόκκινη, σπάνια μαύρη, φύλλα – φύλλα για να κάνουν τις θήκες και κεντημένο με πολλών τεχνοτροπιών χρυσά κεντήματα, μα τα πιο συνηθισμένα δράκοντες και γοργόνες. Ανεξήγητο μένει γιατί οι στεριανοί αγαπούσαν τα θαλασσινά πλουμίδια, όπως και αυτά που στόλιζαν τις γκλίτσες και τις πίπες τους. Το πέτσινο σελλάχι φορέθηκε στα χρόνια του Όθωνα. Στις μέσα θήκες του σελλαχιού έβαζαν το ασημένιο τάσι τους για να πίνουν νερό, το τσαγκαροσούβλι για να μπαλώνουν τα τσαρούχια τους, την «ώρα» τους όπως λέγανε το ρολόγι, κι’ αν ξέρανε γράμματα και μπορούσανε να χαράζουν την υπογραφή τους, το ασημένιο καλαμάρι με το φτερό. Σε κάποια άκρη πάντα θα βρισκόταν και το αντίδοτο φάρμακο για τα δηλητήρια, το παντσεχρί. Μα δεν ήταν μονάχα αυτά που έπαιρνε το σελλάχι, πιο κάτω θα δούμε τα υπόλοιπα.

Άρματα

Δεν μπορούσε εκείνη την εποχή να νοηθεί η φορεσιά χωρίς τα άρματα. Ήταν αναπόσπαστο μέρος. Γυμνοί και κουρελήδες πολλοί, μα χωρίς άρματα κανείς. Φλωροκαπνισμένα, ασημοστόλιστα, σκαλιστά και σαββατλίδικα. Δεν είχε σημασία αν κάποιος ήταν πλούσιος ή φτωχός, καπετάνιος ή παληκάρι το μεράκι για τα άρματα ήταν το ίδιο. Τις περισσότερες φορές τα άρματα δεν ήταν αγορασμένα, αλλά λάφυρα αρπαγμένα από το χέρι ή το κορμί του εχθρού.

Γυναικείο ντύσιμο

Οι γυναίκες του 1821 είχανε από ένα ρούχο το κάθε κορίτσι, άντε ένα δεύτερο και ένα τρίτο, αν ήτανε πλουσιοκόριτσο. Τα ρούχα δεν πλενόντουσαν συχνά, ίσως να τα έπλεναν σε δόσεις τα κορίτσια του 1821, να έμεναν με τα μισά ρούχα μέχρι να στεγνώσουν τα άλλα μισά… γιατί φορούσαν ΠΟΛΛΑ ρούχα μαζί: το Πουκάμισο από κάτω, σαν μακριά πουκαμίσα που έφτανε άλλοτε ως τα γόνατα κι άλλοτε ως τον αστράγαλο. Το «Σιγκούνι από άσπρο σαγιάκι που ήταν μάλλινο νεροτριβιασμένο υφαντό ύφασμα». Τη Λιμαριά ή Τραχηλιά, ένα βαμβακερό ύφασμα που έκλεινε το άνοιγμα του Πουκάμισου στο στήθος. Ο Σαγιάς ήταν ένα εξωτερικό καλοκαιρινό φόρεμα, φορεμένο πάνω το Γιλέκο. Το Γκαργκούλι ένα είδος καπέλου από μαλλί ή βαμβάκι που φοριόταν στην κορφή του κεφαλιού, η Μεσάλα ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι με σχέδια δεμένο σαν φέσι, το Γιορντάνι κάτι ανάμεσα σε ζώνη και κολιέ, με Μαγγούρια, δηλαδή σειρές τρύπια νομίσματα, κρεμασμένα πάνω του με κλωστές. Το Καφτάνι και το Καββάδι ήτανε τα «από πάνω», τα παλτό και μπουφάν, η Μπόλια ή Ποδιά έμοιαζε με τις (μακριές) σημερινές ποδιές. Για να ντυθεί και να ξεντυθεί μια κοπέλα, ήθελε δουλειά… για αυτό και κοιμόντουσαν με τα ρούχα, αν όχι με όλα, σίγουρα με την πουκαμίσα. Άλλος λόγος που κοιμόντουσαν με τα ρούχα ήταν το ότι είχαν ανέβει οι πιθανότητες να μπουκάρουν Τούρκοι στο μαντρί και στο σπιτικό, το 1821.


  • Η γυναικεία ενδυμασία συναντάται σε διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τη περιοχή. Πάνω συνήθως λευκό, υφαντό πουκάμισο φοριέται το  ζιπούνι ή μιντάνι, κοντή ζακέτα με μανίκια από βελούδο. Το ζωνάρι είναι μακρύ μάλλινο, ριγέ στο πλάτος και διπλωμένο κατά μήκος στα δύο.
  • Η αντρική φορεσιά έχει κάλτσες, δηλαδή περικνημίδες ψηλές από λευκό σαγιάκι. Στο κεφάλι φορούν φέσι. Από τη Μακεδονίτικη φορεσιά αυτού του τύπου εμπνεύστηκαν στις αρχές του αιώνα μας τη στολή των Μακεδονομάχων.

Η αντρική ενδυμασία

  • Οι Θρακιώτες όλοι φορούν ποτούρια. Το ποτούρι είναι είδος ανοιχτού δηλαδή φαρδύ παντελονιού που φορέθηκε μόνο στη Θράκη και που ονοματολογικά χαρακτήριζε όλη τη Θρακιώτικη ανδρική ενδυμασία. ‘Ηταν φτιαγμένο από σαγιάκι, μάλλινο δίμιτο ύφασμα της νεροτριβής (είδος τσόχας), συνήθως καφέ χρώμα. H ανδρική ενδυμασία της Θράκης αποτελείτο επίσης από το πουκάμισο το οποίο ήταν ή λευκό βαμβακερό κεντημένο στο λαιμό,την τραχηλιά και τα μανίκια ή σκουροζάλαζα ή καφετιά με λευκές ρίγες ή τετραγωνάκια για την δουλειά και είχαν συνήθως όρθιο γιακαδάκι και φαρδιά μανίκια. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν αμάνικα γιλέκα που ήταν από σαγιάκι και άλλα ήταν ανοιχτά και άλλα κλειστά ανάλογα με την περιοχή. Υπήρχαν και πανωφόρια κοντά μανικωτά  γιλέκα που ήταν και αυτά από σαγιάκι μαύρο ή σκουρογάλαζο ή καφετί και λεγόταν τζαμαντάνι. τα πόδια φορούσαν  τσουράπια πλεκτά. Για κάθε μέρα είχαν λευκά κομμάτια από σαγιάκι, με τα οποία τύλιγαν τις κνήμες, τα λεγόμενα μπλιάλια ή ποδοπάνια και τα γουρουνοτσάρουχα ή βοϊδοτσάρουχα που τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι και δένανε με τα τσαρουχόσχοινα σταυρωτά.
  • Οι ελεύθερες γυναίκες είχαν ρούχα με ζωηρά χρώματα και πλούσια κεντίδια. Οι κορδέλες στολισμένες με πούλιες μόνο για τις ελεύθερες και τις νιόπαντρες, τα κόκκινα «σαλένια» ή «μπουχασένια» μόνο για τις νύφες, που θα τα φορούσαν 40 ημέρες μετά το γάμο. Ο κεφαλόδεσμος σεμνός για τις ηλικιωμένες, λουλουδιασμένες μαντίλες και σιργκούνια για τις ελεύθερες. Για τις νύφες λουλούδια και γκιρλάντες, καρφίτσες και τέλια πολλά. ‘Όλα την ημέρα του γάμου λαμπερά., πλούσια, καλορίζικα, σύμβολα  και ευχές για τη νέα ζωή της γυναίκας και την εξασφάλιση της γονιμότητας.

Σε σύγκριση με το σήμερα , η σύγχρονη γυναίκα του 2021 παρατηρείται ότι έχει αλλάξει κατά μεγάλο ποσοστό τον τρόπο ενδυμασίας της .Ένα πρώτο παράδειγμα αφορά τα είδη ρούχων που φορούν, δηλαδή έχουν αφαιρέσει από τον καθημερινό τρόπο ενδυμασίας τους τις φούστες και τα φορέματα, σε αντίθεση με τις γυναίκες του ’21 που ήταν η καθιερωμένη ενδυμασία τους . Επίσης αν υποθέσουμε ότι φορούν φούστες  διακρίνουμε μια ειρωνεία αφού το μέγεθος των φουστών που φορούν δεν καλύπτουν μέρη του σώματος που θα έπρεπε και αυτό δηλώνει μία αδιαφορία και ασέβεια για το τι προβάλλουν συγκρίνοντας με το τότε που η ποσότητα των ρούχων που φορούσαν ήταν μεγαλύτερη και τα μεγέθη των ρούχων ήταν κατάλληλα για να καλύπτουν ότι ήταν αναγκαίο. Τέλος τα ρούχα των γυναικών που τότε ήταν πολύ προσεγμένα δηλαδή κεντημένα όλα στο χέρι φανέρωναν μία ευπρέπεια και σεβασμό απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό αντιθέτως με το σήμερα που δεν υπάρχουν, στην αγορά, τέτοια προσεγμένα ,όμορφα και σεμνά ρούχα διότι πλέον κυριαρχεί ένας ξενόφερτος τρόπος ντυσίματος και δεν απεικονίζεται η προσωπικότητα του καθενός στον τρόπο που ντύνεται. 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους ήταν Ελληνίδα αγωνίστρια της Ελληνικής επανάστασης, με καταγωγή από τη Μύκονο. Γεννήθηκε το 1796 στην Τεργέστη, και το βαπτιστικό της όνομα ήταν Μαγδαληνή. Επίσης ήταν κόρη του Νικόλαου Μαυρογένη, ο οποίος ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. 

    Καθώς η Μαντώ προερχόταν από μια μορφωμένη οικογένεια, και επηρεασμένη από τον Διαφωτισμό, εκτός από Ελληνικά μιλούσε πολύ καλά τα Ιταλικά, τα Γαλλικά και τα Τούρκικα. Επίσης, ήταν προικισμένη μ’ ένα γλυκύτατο χαρακτήρα, αλλά «όταν μιλάει για την ελευθερία της πατρίδας της, φλογίζεται, η συζήτηση ζωντανεύει και τα λόγια της κυλάνε με μια φυσική ευγλωττία που σου κρατούν την ανάσα».
   Με την έναρξη της Επανάστασης η Μαντώ Μαυρογένους σύμφωνα με τον Κασομούλη, έσπευσε στη Μύκονο και πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κατοίκων του νησιού. Διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον εξοπλισμό και την επάνδρωση μυκονιάτικων πλοίων και κατά τις πληροφορίες ξένων, κυρίως περιηγητών, έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων στην Κάρυστο, στο Πήλιο και τη Φθιώτιδα το 1823, και το 1822 ηγήθηκε του αγώνα των κατοίκων της Μυκόνου για την απόκρουση της απόβασης των αλγερινών πειρατών στο νησί
      Η παρουσία της αποσιωπάται από τους Έλληνες ιστορικούς, αλλά την αναφέρει ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ (1773-1838).

     Ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αναγνώρισε τα ανδραγαθήματα και τις θυσίες της προς το έθνος, και τις απένειμε τον τιμητικό βαθμό του αντιστρατήγου και μικρή σύνταξη. Παράλληλα, τις ανέθεσε την εποπτεία του Ορφανοτροφείου του Ναυπλίου.

       Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το 1831, τα προβλήματα επιβίωσης οξύνθηκαν για την ηρωίδα, ενώ επιδεινώθηκαν και οι σχέσεις με την οικογένειά της. Η μητέρα της, αλλά και ο σύζυγος της αδελφής της την κατηγόρησαν ότι κατασπατάλησε τη μεγάλη οικογενειακή περιουσία. Έτσι αναγκάστηκε να απευθύνει επιστολή προς τον βασιλιά Όθωνα και να του διεκτραγωδήσει την κατάστασή της. Όμως δεν έλαβε καμία απάντηση.

    Έτσι λοιπόν, εγκαταστάθηκε στη Πάρο, όπου υπήρχαν συγγενείς της, αλλά για κακή της τύχη θα προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό. Στην Παροικιά υπήρχε ένας μόνο γιατρός και αυτός πρακτικός, ο Φραγκίσκος Κονταρίνης, που στο παρελθόν είχε δουλέψει στην Ιταλία ως βοηθός φαρμακοποιού. Ένα πρωινό του Ιουλίου του 1840 η ηρωίδα έκλεισε για πάντα τα μάτια της, σε ηλικία 44 ετών και σχεδόν λησμονημένη απ’ όλους.

ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ !!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *